1975 Χρονικό ’75

Επιστροφή στα κείμενα.r
ΦΓΗΓΔΣΗΣΤΤΣΦΘΓΙΓΙΟΗΟΗΟΗ

Βασίλης Χάρος. “Η αισθητική της εστάμπας.” Χρονικό ’75: Καλλιτεχνική Πνευματική Ζωή. Αθήνα: Ώρα, 1975, τ. 6, σ. 186-187.

______________________________________________________________________________________

 

Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΤΑΜΠΑΣ

1984- ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ - ΛΙΘΟΓΡΑΦΙΑ

1984 ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ
Λιθογραφία σε πέτρα

Μέχρι τον περασμένο αιώνα, ή συνήθεια των ιστο­ρικών της τέχνης να κατατάσσουν σε ομάδες κάθε καλ­λιτεχνική εκδήλωση, οδήγησε τους καλλιτέχνες και το κοινό, να θεωρήσουν την εστάμπα σαν κατώτερη τέχνη, ενώ ή Ζωγραφική και ή Γλυπτική είχαν το δικαίωμα να θεωρούνται υψηλές τέχνες.

«Ή χαρακτική, έγραφε κάποιος το 1771, δεν είναι και δεν θα γίνει ποτέ μια τέχνη». Εάν ήταν έτσι, θα θεωρούσε κανείς ακόμα και τώρα τη «Θεραπεία των ασθενών» του Ρέμπραντ ή τη «Μελαγχολία» του Ντύρερ, σαν έργα κατώτερα.

Κανείς όμως σnμερα δεν θα τολμούσε να κάνη μια τέτοια κρίση.

Είναι γνωστό άλλωστε ότι ή Γερμανία τον 16ον αιώνα αντιπροσωπεύτηκε καλύτερα από τους χαρά­κτες της παρά από τους ζωγράφους της, όπως και ο Γαλλικός 18ος αιώνας αντιπροσωπεύτηκε καλύτερα από τις εστάμπες του παρά από τους πίνακες του.

Η χαρακτική, δηλαδή ή τέχνη να χαράζεται ένα σχέδιο πάνω σ’ ένα σκληρό υλικό, είναι πολύ παλιά.

Σε σπηλιές της παλαιολιθικής ακόμη εποχής, βρίσκουμε χαράγματα πού οι γραμμές είναι γεμισμένες με ώχρα, κόκκινο και μαύρο. Αργότερα οι Αιγύπτιοι εμπι­στεύθηκαν στους χαράκτες την εκτέλεση των σκαρα­βαίων, με τους οποίους σφράγιζαν γράμματα ή επίσημα έγγραφα.

Η χαρακτική στο ξύλο εφαρμόσθηκε από την αρχή της εποχής μας στην Ανατολή (Ινδίες, Περσία, Αί­γυπτο), για το τύπωμα πάνω σε ύφασμα.

Φθάνουμε στον Ι4ον αιώνα, ο όποιος βλέπει την εξέλιξη του χαρτιού στη Δύση και την γέννηση της εστάμπας, γιατί στην πραγματικότητα ή εστάμπα άρ­χισε να υπάρχει τη στιγμή πού ένα σχέδιο τυπώθηκε στο χαρτί. Οι καλόγεροι του Μεσαίωνα είναι οι πρώ­τοι πού χάραξαν εικόνες στο ξύλο και τύπωσαν τις πρώτες εστάμπες.

Ό εμπορικός και θρησκευτικός όμως χαρακτήρας αυτών των εικόνων, δείχνει ότι κάθε καλλιτεχνική φροντίδα είχε παραμεριστεί. Για πολύ καιρό ή εστάμπα είχε ένα προορισμό χρησιμότητας.

Θα πρέπει να περιμένουμε την Αναγέννηση για να της δοθεί ο χαρακτήρας του έργου τέχνης. Θα θεωρηθεί εν τούτοις σαν μια δευτερεύουσα τέχνη, κατώτερη, αφού συχνά ό προορισμός της θα είναι να αναπαράγει τα έργα των μεγάλων καλλιτεχνών.

Τον Ι9ον αιώνα επί τέλους ελευθερώνεται από τον υπηρετικό χαρακτήρα της και θεωρείται σαν τέχνη ανεξάρτητη.

Ή εστάμπα πρέπει να εκτιμηθεί, όχι για το αντι­κείμενο πού παρουσιάζει, αλλά για την πλαστικότητα της γραμμής της, για το παιxνίδι των μαύρων και των άσπρων, για την ισορροπία του γραφισμού της, ο όποιος συνδέεται με την ποιότητα του χαρτιού και με το χρώμα της μελάνης.

Από παλιά και έως τον 19ον αιώνα θεωρούσαν σαν κολοφώνα της εστάμπας την τέλεια απομίμηση ενός πίνακα ή ενός σχεδίου. Η Εστάμπα της απομί­μησης είναι ή χαρακτική πού έγινε από έναν επαγγελ­ματία καλλιτέχνη, ενός έργου, καμωμένου από έναν άλλο καλλιτέχνη. Η εστάμπα της απομίμησης εφαρ­μόσθηκε από μερικούς εκδότες με την εμφάνιση της έγχρωμης λιθογραφίας, για να ικανοποιήσουν τη ζή­τηση ενός αξιόλογου κοινού, το όποιον επιθυμούσε να κρέμαση στους τοίχους του ρεπροντιξιόν συγχρό­νων ζωγραφικών έργων, τα οποία δεν μπορούσε να πλησίαση ένεκα των μεγάλων τους τιμών.

Η Λιθογραφία ήταν ή μέθοδος, με την οποία μπο­ρούσε ν’ απόκτηση κανείς έργα του Ρενουάρ ή του Ματίς σε πολύ χαμηλές τιμές. Αυτή ή μέθοδος γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Έτσι, μεγάλοι καλλιτέχνες, όπως ό Πικάσο και ό Ματίς, έκαναν λιθογραφίες χωρίς ποτέ ν’ αγγίξουν την πέτρα. Σχεδίαζαν σ’ ένα χαρτί το σχέδιο τους και οι τεχνίτες το μετέφεραν στην πέτρα και το τύπωναν.

Μερικοί, μάλιστα, έδιναν ένα σχέδιο ή μια ακουα­ρέλα σ’ ένα λιθογράφο, ό οποίος ανελάμβανε την πι­στή αντιγραφή του στην πέτρα και το τύπωμα του.

Ο Καλλιτέχνης μόνο υπέγραφε αυτές τις Εστάμπες, οι οποίες πωλούντο σαν εστάμπες πραγματικές.

Μια εστάμπα είναι πρωτότυπη (original) όταν ή καλλιτεχνική δημιουργία και ή τεχνική εκτέλεση, δη­λαδή ή απ’ ευθείας εργασία πάνω στην πέτρα, στο ξύλο ή στο μέταλλο, είναι έργο του ίδιου του καλλιτέχνη.

Το Διεθνές Συνέδριο της Χαρακτικής έδινε το 1937 τον παρακάτω ορισμό:

«…Θεωρούνται σαν χαρακτικά, εστάμπες και λι­θογραφίες πρωτότυπες, οι πλάκες εξ ολοκλήρου εκτε­λεσμένες στο χέρι, από τον ίδιο καλλιτέχνη, με οποια­δήποτε τεχνική, αλλά με εξαίρεση όλων των μηχανικών και φωτομηχανικών μεθόδων».

Και ή γενική συνέλευση της 18 Δεκεμβρίου 1964 των Χαρακτών της Γαλλίας, για να προστατέψει την πρωτότυπη εστάμπα, υπενθύμισε στους εμπόρους και στο  κοινό  ότι :

«Θεωρούνται σαν χαρακτικά, εστάμπες και λιθο­γραφίες πρωτότυπες, τα δοκίμια τυπωμένα με μαύρο ή με χρώματα, μιας ή περισσοτέρων πλακών, εξ ολοκλή­ρου εκτελεσμένα στο χέρι, από τον ίδιο καλλιτέχνη, με οποιαδήποτε τεχνική, με την εξαίρεση των μηχα­νικών και φωτοχημικών μέσων…»

Μόνον οι εστάμπες που πληρούν αυτούς τους όρους, έχουν το δικαίωμα να ονομάζονται πραγματικές εστάμπες.

Επομένως, προσφέρονται πολλές φορές στο κοινό ή εκτίθενται στις γκαλερί σύγχρονες εστάμπες γνω­στών ζωγράφων, οι οποίες φαίνονται μεν σαν πραγμα­τικές εστάμπες, αλλά δεν είναι.

Αυτές οι εστάμπες, αριθμημένες και υπογεγραμ­μένες από τους καλλιτέχνες των οποίων το έργο είναι πάνω στο χαρτί, είναι καμιά φορά χαραγμένες από ειδικούς τεχνίτες, και όχι από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.

Αυτές οι εστάμπες δεν είναι γνήσιες και αυτοί πού τις αγοράζουν πρέπει να προσέχουν.

ΗΗ

Ή πρωτότυπη εστάμπα είναι ένα έργο τέχνης πού ανταποκρίνεται εις τα παρακάτω κριτήρια:

ΚΛΗ

  • Ό καλλιτέχνης μόνο συνέλαβε την ιδέα και την μετέφρασε πάνω στο μέταλλο, στην πέτρα ή στο ξύλο για να τυπωθεί.
  • Ή εκτύπωση έγινε από τον καλλιτέχνη ή κάτω από τις οδηγίες του.
  • Το τελικό  αντίτυπο είναι  υπογεγραμμένο  από τον καλλιτέχνη

ΥΘΙΤ

Το 3ον Διεθνές συνέδριο των πλαστικών τεχνών πού έγινε στη Βιέννη το 1960 πήρε τις ακόλουθες απο­φάσεις αναφορικά με τις πρωτότυπες εστάμπες.

ΙΘΟΘ

  • Μόνον ό Καλλιτέχνης χαράκτης μπορεί να καθορίσει τον τελικό αριθμό καθ’ ενός από τα έργα πού έχει χαράξει.
  • Κάθε εστάμπα, για να θεωρηθεί σαν πρωτότυπη, πρέπει να φέρει όχι μόνο την υπογραφή του καλλιτέχνη, αλλά και την ένδειξη του τελικού αριθμού των αντιτύπων και το νούμερο της εστάμπας.
  • Ο καλλιτέχνης πρέπει επίσης να αναφέρει ότι ό ίδιος έκανε το τύπωμα. Στις U.S.A. ό Καλλιτέχνης, πού ό ίδιος έκανε το τύπωμα, γράφει μετά την υπογραφή του τα γράμματα «ΜΡ», συντομογραφία της λέξης impressit.
  • Μετά το τύπωμα ή  πλάκα πρέπει να διαγραφή σαν ένδειξη ότι το τύπωμα έχει τελειώσει.

 

Οι παραπάνω αρχές εφαρμόζονται στις εστάμπες πού θέλουν να θεωρούνται πρωτότυπες, δηλαδή σε τυπωμένα έργα πού ή χάραξη τους και ή σύλληψη τους έγινε από τον ίδιο καλλιτέχνη. Οι εστάμπες πού δεν ανταποκρίνονται σ’ αυτούς τους όρους πρέπει να θεω­ρούνται σαν ρεπροντιξιόν.

Εδώ και είκοσι χρόνια ένα αξιόλογο κοινό αγο­ράζει εστάμπες υπογεγραμμένες μ’ ένα όνομα του γού­στου της ημέρας. Έτσι και οι έμποροι της τέχνης ζήτησαν από τους καλλιτέχνες να κάνουν λιθογραφίες και μάλιστα μεταξοτυπίες, με τις όποιες εύκολα βγαί­νουν παρά πολλά αντίτυπα.

Αυτή όμως ή εμπορικότητα και ή παραγωγή, μείωσε την ποιότητα της εστάμπας, ή οποία πολλές φορές δεν είναι, παρά ένα στεγνό διακοσμητικό συμπλήρωμα μιας μοντέρνας επίπλωσης. Και φυσικά αυτές οι εστάμπες θα ζήσουν. . . όσο και τα έπιπλα.