1980 Ζυγός 1

Επιστροφή στα κείμενα.r
ΦΓΗΓΔΣΗΣΤΤΣΦΘΓΙΓΙΟΗΟΗΟΗ

Βασίλης Χάρος. “Έγχρωμες λιθογραφίες του Βασίλη Χάρουστις Νέες Μορφές.” Ζυγός, Νοέμβριος-Δεκέμβριος, 1980, τεύχ. 44, σ. 49-50.

______________________________________________________________________________________

  ΕΓΧΡΩΜΕΣ ΛΙΘΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΧΑΡΟΥ ΣΤΙΣ «ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ»

Κατά τον ίδιο, γίνεται και στην Ελλάδα καπηλεία του όρου «λιθογραφία»

 

1978 - ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

1978 – ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
Λιθογραφία σε πέτρα.

Το πρωτότυπο χαρακτικό είναι απόλυτα συνδεδεμένο με το υλικό απ’ όπου βγαίνει, γιατί αυτό του δίνει τον ιδιαίτερο  χαρακτήρα που το κάνει να είναι έργο τέχνης. Η πέτρα, το ξύλο και το μέταλλο είναι τρία διαφορετικά υλικά που μπορούν και τα τρία να δώσουν γνήσια και αληθινά έργα τέχνης. Απαραίτητη όμως προϋπόθεση είναι η αγάπη και η συγκίνηση για καθένα απ’ αυτά. Δε φτάνει, δηλαδή, να πάρει ο καλλιτέχνης ένα ξύλο ή έναν τσίγκο και να δουλέψει πάνω εκεί για να δει να βγαίνει το έργο του σε πολλά αντίτυπα. Πρέπει να είναι δεμένος με το υλικό του, να το γνωρίζει καλά και να ξέρει τις δυνατότητές του. Πρέπει ακόμη να ελέγχει τα εργαλεία του, όπως ο ζωγράφος τα πινέλα του, για να μπορεί μ’ αυτά να διοχετεύει το αίσθημά του στο χαρτί. Με άλλα λόγια, να κατέχει την τεχνική του από την αρχή ως το τέλος, για να είναι σε θέση να εκφράζεται αυθόρμητα και χωρίς οδηγίες.

Το πρωτότυπο χαρακτικό δεν είναι μια εικόνα τυπωμένη στο χαρτί και βαλμένη σε μια κορνίζα, μα ένα έργο τέχνης με όλα εκείνα τα στοιχεία της αγάπης και της συγκίνησης που συντελούν στη δημιουργία του. Η πέτρα, το ξύλο ή ο χαλκός -για να μιλήσουμε για τα βασικά υλικά της χαρακτικής- πρέπει να περάσουν απ’ τα χέρια του χαράκτη πριν ακόμα χαραχτούν. Και δεν συμφωνώ με την άποψη πως μπορεί να δοθούν προετοιμασμένα στον καλλιτέχνη, για να μη κουράζεται ή να μη χάνει τον χρόνο του σε χειρωνακτικές εργασίες… προσωπικά πιστεύω πως την ώρα που ο καλλιτέχνης προετοιμάζει ο ίδιος το υλικό του αρχίζει και η επαφή του μ’ αυτό, η γνωριμία που θα οδηγήσει τη σκέψη του στη σύλληψη της σύνθεσης που πρόκειται να κάνει. Για μένα το υλικό κρύβει πάντα ένα μυστήριο, που στο χαρακτικό έργο δεν φανερώνεται απ’ την αρχή. Γεννιέται σιγά-σιγά και αποκαλύπτεται κατά στάδια, μέχρι που να φτάσει στο τελικό αποτέλεσμα. Όσο διαρκεί το σχεδίασμα για το πρώτο χρώμα, η σκέψη του καλλιτέχνη προωθείται και στα άλλα χρώματα που θ’ ακολουθήσουν. Έτσι, κάθε χρώμα γεννάει κάποιο άλλο και όλα μαζί, αν συνταιριαστούν, αποδίδουν το όραμα του καλλιτέχνη. Η ολοκλήρωση του έργου δεν είναι άσχετη ούτε με την οξείδωση της πέτρας, ούτε με το μελάνωμα, ούτε με την πίεση της πρέσας και την προσπάθεια να τυπωθεί. Όλ’ αυτά, που συνθέτουν έναν αγώνα, είναι τόσο έντονα, τόσο ζωντανά, που και το χαρακτικό έργο γίνεται το ίδιο ζωντανό και πρωτότυπο, γιατί βγήκε εξολοκλήρου απ’ τα χέρια του δημιουργού.

Έχουν πολλά γραφεί, κατά καιρούς και έχουν γίνει και διεθνή συνέδρια, για να καθοριστούν οι όροι που πρέπει ένα χαρακτικό να πληροί για να θεωρείται πρωτότυπο. Αυτό έγινε γιατί το εμπόριο στα χαρακτικά πήρε τεράστιες διαστάσεις με αποτέλεσμα τα περισσότερα που κυκλοφορούν να μην είναι γνήσια. Βέβαια οι έμποροι, γνώστες της ψυχολογίας του κοινού, τα διέθεταν και τα διαθέτουν με την πεποίθηση ότι εκπληρώνουν «πολιτιστικούς και κοινωνικούς σκοπούς»: να διαδοθεί η τέχνη ευρύτερα, να μπορεί ο καθένας ν’ αγοράζει «πρωτότυπα» έργα γνωστών καλλιτεχνών κ.λπ.

Σ’ εμάς εδώ, που λες και το’ χει η μοίρα μας πάντοτε ν’ ακολουθούμε, η «πολιτιστική» αυτή κίνηση άρχισε μόλις τώρα τελευταία ν’ αναπτύσσεται και να δρέπει καρπούς. Κυκλοφορούν, λένε, σε «λιθογραφίες» «πρωτότυπα» έργα των πιο καλών Ελλήνων ζωγράφων, σε χαμηλές τιμές. Λυπάμαι που μ’ αυτά που θα πω θα δυσαρεστήσω όσους φίλους συναδέλφους δέχτηκαν να πολλαπλασιάσουν τα έργα τους για να κερδίσουν περισσότερα xρήματα, όταν μάλιστα όλοι τους -είμαι βέβαιος γι αυτό- κερδίζουν από τη ζωγραφική τους και με το παραπάνω, όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν. Εκτός και αν πιστεύουν ότι τα περίφημα αυτά «πολλαπλά» τους αντιπροσωπεύουν ποιοτικά, πράγμα όμως που και πάλι θα τους αποδείξω ότι δεν ευσταθεί:

Ο ζωγράφος παίρνει έναν τριμμένο από τη μηχανή τσίγκο και πάνω σ’ αυτόν ζωγραφίζει με λιθογραφική μελάνη ή με λιθογραφικά κραγιόνια. Επειδή όμως είναι υποχρεωμένος να γράφει ξεχωριστά το κάθε χρώμα σε διαφορετικό τσίγκο και δεν ξέρει πως το ένα χρώμα επηρεάζει το άλλο, τις πιο πολλές φορές έχει μπροστά του το ίδιο το ζωγραφικό έργο του και προσπαθεί ν’ ακολουθήσει εκείνους τους τόνους και εκείνα τα χρώματα. Μ’ αυτήν όμως τη διαδικασία το έργο που κάνει πάνω στον τσίγκο χάνει την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό, δηλαδή τη δύναμη και την αλήθεια και γίνεται ένα φτιαχτό και στεγνό έργο αναπαραγωγής. Αν πάλι, στην καλλίτερη περίπτωση, προσπαθήσει να δώσει κατ’ ευθείαν πάνω στον τσίγκο την ιδέα του, επειδή επίσης δεν γνωρίζει το υλικό του, μένει σε μεγάλο βαθμό απ’ έξω. Ο ειδικός τεχνίτης κάνει τη χημική προεργασία, αυτό δηλαδή που είναι η ουσία της λιθογραφίας και η μηχανή τα υπόλοιπα… Ο τσίγκος θα τοποθετηθεί σε πιεστήριο offset για να βγουν πολλά ίδια αντίτυπα, το μελάνι θα περάσει την επιφάνειά του κι από εκεί θα κολλήσει στο καουτσούκ κι έπειτα στο χαρτί. Σε όλες αυτές τις φάσεις ο καλλιτέχνης θα είναι θεατής. Παθητικός ή ενεργητικός, το ίδιο κάνει. Όση ευσυνείδητη προσπάθεια και αν καταβάλει για να βγει το καλλίτερο αποτέλεσμα, στο τέλος θα υπογράψει τυπώματα που θα έχουν την ονομασία «πρωτότυπες λιθογραφίες», στην πραγματικότητα όμως δεν θα είναι παρά προϊόντα εκτύπωσης με τη μέθοδο της offset.

Τι πιστεύουν, σχετικά, οι ζωγράφοι; Ο Γιώργος Βαρλάμος: Η λιθογραφία είναι πολύ εύκολη και η χαρακτική μόλις και μετά βίας την ανέχεται στα είδη της. Ο Σπύρος Βασιλείου: Η λιθογραφία ξαναπήρε στις μέρες μας τη θέση που της αξίζει στο χώρο της καλλιτεχνικής έκφρασης. Ο Δημήτρης Μυταράς: Δεν έχω ασχοληθεί με τη λιθογραφία, ούτε με τη χαρακτική. Δουλεύω όμως λιθογραφία, γιατί μ’ ενδιαφέρει το πολλαπλό, δηλαδή τα πολλά αντίτυπα, τα οποία είναι εύκολο να κυκλοφορήσουν και να γίνουν προσιτά σ’ ένα μεγάλο κοινό που δεν μπορεί ν’ αγοράσει ένα μεγάλο έργο ζωγραφικής. Ο Βάλιας Σεμερτζίδης: Η καλλιτεχνική λιθογραφία, η οποία πια γίνεται στον τσίγκο, έχει εκείνες τις δυνατότητες, τις καλλιτεχνικές, που είχε η πέτρα, πράγμα που έπρεπε να γίνει γνωστό στο κοινό κάπως πλατύτερα.

Ο Γιώργος Σικελιώτης: … Η «Artigraf», με τη γνήσια και παραδοσιακή τεχνική της λιθογραφίας, δίνει τη δυνατότητα σε μια σειρά άξιους καλλιτέχνες να αναπαράγουν τα έργα τους, δίνοντάς τους όλη τη γνησιότητα, τη φρεσκάδα και την ποιότητα που χρειάζεται γι αυτό. Ο Αλέκος Φασιανός: … και πρέπει το έργο τέχνης να εισέλθει σε όσον το δυνατόν περισσότερα σπίτια και έτσι διδάσκεται και διαδίδεται το έργο τέχνης.

Συνοψίζοντας τις γνώμες αυτές των καλλιτεχνών, η λιθογραφία σε πέτρα έχει αντικατασταθεί απ’ τη λιθογραφία σε τσίγκο. Αυτήν, άλλωστε, τη δυνατότητα έδωσε στους καλλιτέχνες η «Artigraf», για να βγουν πολλαπλά και να κρεμαστούν σε όσο το δυνατόν περισσότερα σπίτια. Εξ άλλου είναι πολύ εύκολη, όπως αναφέρεται, σαν τεχνική και μπορεί μ’ αυτήν ο καθένας, απροβλημάτιστα, να πολλαπλασιάσει τα έργα του. Αυτές ακριβώς οι σκέψεις κυριαρχούν και στην Ευρώπη μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όταν το εμπόριο έργων τέχνης είχε αρχίσει να κατακλύζει το σύμπαν. Με το πρόσχημα να γίνει το έργο τέχνης προσιτό στο πλατύ κοινό, γέμισαν οι γκαλερί «λιθογραφίες» και «μεταξοτυπίες», ανάλογες με τις σημερινές. Αυτό ήταν φυσικό να πονέσει τους χαράκτες που είχαν φάει τα πνευμόνια τους στη δουλειά και να τους κάνει ν’ αντιδράσουν με διπλό σκοπό: Να προστατέψουν τον εαυτό τους, αφού το κοινό κόντευε να χάσει την εμπιστοσύνη του στα χαρακτικά έργα, αλλά και επίσης να προφυλάξουν τον φιλότεχνο που έπεφτε θύμα αυτής της παραγωγικότητας.

Ωστόσο τα πράγματα είναι πολύ εύκολο ν’ αλλάξουν, αν υπάρξει καλή διάθεση. Η χαρακτική δεν είναι μονοπώλιο μιας μερίδας καλλιτεχνών που λέγονται χαράκτες. Κάθε καλλιτέχνης που ξέρει να σχεδιάζει έχει αναφαίρετο δικαίωμα να χρησιμοποιεί οποιοδήποτε υλικό θέλει για να δημιουργεί κάτι. Έχει επίσης το δικαίωμα να πολλαπλασιάζει τα έργα του με τον ίδιο τρόπο. Μόνο που σ’ αυτή την περίπτωση πρέπει να έχει την ειλικρίνεια να το δηλώσει. Η πέτρα δεν έχει αντικατασταθεί από τον τσίγκο παρά μόνο για παραγωγική εργασία. Στις σχολές καλών τεχνών όλου του κόσμου, εκτός από την Ελλάδα, υπάρχει ξεχωριστό εργαστήριο λιθογραφίας, ανοιχτό για τους ζωγράφους που θέλουν να εργαστούν. Η τεχνική της είναι πολύπλοκη και καθόλου εύκολη, αν θέλει κανείς να προχωρήσει σε βάθος. Πρέπει όμως να γίνει κάποτε συνείδηση ότι  λιθογραφία θα πει ζωγραφίζω στην πέτρα και βγάζω με τον δικό μου τρόπο λίγα αντίτυπα, που στο καθένα απ’ αυτά υπάρχει η προσωπικότητα του καλλιτέχνη-δημιουργού.