1985 Τα Νέα

Επιστροφή στα κείμενα.r
ΦΓΗΓΔΣΗΣΤΤΣΦΘΓΙΓΙΟΗΟΗΟΗ

Βασίλης Χάρος. «Δύο καλλιτέχνες γράφουν για τη γνησιότητα των χαρακτικών.» Τα Νέα της Κυριακής, 17 Μαρτίου 1985, σ. 23..

______________________________________________________________________________________

 

Η ΔΥΟ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣΓΡΑΦΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΝΗΣΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΙΚΩΝ

Κύριε διευθυντά,

ΗΙΞΟ

Στα Νέα της Κυριακής της 10ης Μαρτίου, διάβασα το άρθρο της Άννας Γριμάνη με τίτλο Πιστοποιητικό γνησιότητας για τα χαρακτικά έργα, στο οποίο συμμετέχω.

Επειδή αισθάνθηκα προσβεβλημένος από τις δηλώσεις του Δημήτρη Μυταρά παρακαλώ να δημοσιεύσετε την παρακάτω απάντηση.

Μου είναι δύσκολο να συγκρούομαι με συναδέλφους που εκτιμώ τη δουλειά τους κι έχουν ένα όνομα στην Ελληνική Ζωγραφική, αλλά δοκίμασα ένα δυνατό σοκ από τα λόγια του Δημήτρη Μυταρά στις 10 Μαρτίου, στα «ΝΕΑ» της Κυριακής που μ’ έφεραν σ’ αυτή την αντιπαράθεση. «…Μη συζητάτε για το κοινό, γιατί ούτως ή άλλως, δεν καταλαβαίνει πολλά πράγματα…», ήταν η απάντηση στην Άννα Γριμάνη, τη δημοσιογράφο που ζήτησε τη βοήθειά μας για να ρίξει λίγο φως και να σταματήσει το κομφούζιο και η απάτη στα χαρακτικά έργα.

Ο Δημήτρης Μυταράς με τις απόψεις του που δημοσιεύθηκαν σ’ αυτή την έρευνα, δηλώνει καθαρά ότι δεν τον ενδιαφέρει παρά μόνο το οικονομικό κέρδος που προέρχεται από τα χαρακτικά αντίτυπα. Και δε θα με απασχολούσε η θέση του, η οποία είναι γνωστή άλλωστε και από παλαιότερες συνεντεύξεις, αλλά προσβλητικά λόγια που εξέφρασε για τη νοημοσύνη του κοινού και τους συναδέλφους του χαράκτες, με αναγκάζουν όχι μόνο να πάρω θέση, αλλά να συνεχίσω πιο έντονα τον αγώνα πληροφόρησης που από το 1980 έχομε αρχίσει.

Τον αγώνα αλήθειας και ειλικρίνειας αλλά και σεβασμού για το κοινό που πίστεψε πως η Τέχνη είναι αλήθεια και όχι απάτη. Που ξόδεψε τις οικονομίες του για να μας βάλει στο σπίτι του, να μας παραχωρήσει τους ωραιότερους χώρους του και να μας θαυμάσει. Για το κοινό που τοποθέτησε τα χρήματά του αγοράζοντας έργα μας, γιατί του είπαν ότι είναι αξίες σταθερές καλύτερες κι απ’ το χρυσάφι.

Πρέπει να μάθει κάποτε την αλήθεια, να πληροφορηθεί ότι υπάρχουν και καλλιτέχνες που δεν το βλέπουν σαν πελάτη τους μόνο.

Οι καλλιτέχνες αυτοί, κλεισμένοι στο εργαστήρι τους, ξεχασμένοι καμιά φορά αγωνίζονται με τα υλικά τους προσπαθώντας να μιλήσουν τη γλώσσα τους. Είναι ανάγκη να τους γνωρίσει από κοντά.

Να δει το ζωγράφο πως γίνεται μάστορας στην παλέτα του, το γλύπτη πως γίνεται εργάτης με το καλέμι στο χέρι και το χαράκτη μάστορας κι επιστήμονας στη δουλειά του.

Πρέπει να γνωρίσει τον αγώνα και να ζήσει την αγωνία τους, γιατί τότε θα πάρει το καλύτερο πιστοποιητικό γνησιότητας για τα έργα που θα κρεμάσει στο σπίτι του.

Αντίθετα από τις απόψεις του Δημήτρη Μυταρά, το κοινό φαίνεται πως είναι ευαίσθητο σε θέματα τέχνης.

Αυτό δείχνει η δυσαρέσκεια που σκόρπισαν οι δηλώσεις του σε όσους τις διάβασαν και αψυχολόγητη χαρακτήρισαν την επίθεση που επιχειρεί στους συναδέλφους του χαράκτες.

«Αυτός ο ξεσηκωμός, λέει, έχει γίνει τώρα, γιατί οι χαράκτες βλέπουν πως χάνουν έδαφος. Θίγονται τα οικονομικά τους συμφέροντα και όχι ότι ενδιαφέρονται για να σωθεί η χαρακτική…»

Η οικονομική αντιπαράθεση του Δημήτρη Μυταρά με συναδέλφους του καλλιτέχνες δείχνει πως η τέχνη δεν έχει εκφραστικό, παρά μόνο οικονομικό νόημα.

Δεν καταλαβαίνει όμως ότι το έδαφος δεν χάνει ποτέ εκείνος που πατά σταθερά;

Ότι τον ξεσηκωμό δεν τον έκαμαν οι χαράκτες, αλλά το κοινό που αισθάνεται εξαπατημένο από τους καλλιτέχνες και τα προϊόντα τους;

Δεν είναι λυπηρό να υπάρχει νοθεία στην τέχνη;

Γιατί είναι νοθεία και απάτη να προσφέρονται χαρακτικά που υπογράφονται από καλλιτέχνες χωρίς να τα έχουν χαράξει οι ίδιοι.

Είναι νοθεία και απάτη όταν προσφέρονται μεταξοτυπίες και τσιγκογραφίες σαν πρωτότυπα χαρακτικά έργα, ενώ στην πραγματικότητα είναι φωτογραφικά αντίγραφα ζωγραφικών έργων.

Όταν προσφέρονται «λιθογραφίες» χωρίς την πραγματική σημασία της λέξης, αλλά τσιγκογραφίες με τη μέθοδο της OFFSET. Όταν, τέλος, προσφέρονται για πρωτότυπα έργα, πολλαπλά που η εκτύπωσή τους έγινε μηχανικά από κάποιον τεχνίτη.

Σε παλαιότερες εποχές που η χαρακτική δεν είχε αποκτήσει ακόμη την αυτονομία της και υπηρετούσε τη ζωγραφική, κυκλοφορούσαν χαρακτικά έργα ζωγράφων που ήταν χαραγμένα από χαράκτες, αλλά το αντίτυπο το υπέγραφαν και οι δύο. Το χαρακτικό αυτό δεν εθεωρείτο με κανέναν τρόπο πρωτότυπο έργο του ζωγράφου.

Σήμερα όμως άλλαξαν τα πράγματα. Δίνεις ένα έργο σου και στο χαράσσουν ή στο φωτογραφίζουν, το «εγκρίνεις» και το πουλάς «στο κοινό που δεν καταλαβαίνει πολλά πράγματα».

Εάν αυτό θεωρείται πρωτότυπο έργο, εγώ το λέω απάτη.

Βέβαια η απάτη αυτή γίνεται σε παγκόσμια κλίμακα. Πολλά κράτη πήραν τα μέτρα τους άλλοτε με υπεύθυνη πληροφόρηση μέσα από συνέδρια, άλλοτε με επέμβαση του ίδιου του κράτους όπως η Σουηδία, που το αδίκημα αυτού του είδους θεωρείται σαν παραχάραξη. Είναι κρίμα να φτάνουν σ’ αυτή την κατάσταση καλλιτέχνες με κύρος. Είναι αφέλεια να θεωρούμε πρωτότυπο έργο μας ένα τύπωμα που αποφασίσαμε μόνο αν θα γίνει μεταξοτυπία ή τσιγκογραφία.

Είναι ντροπή να πουλάμε τόσο ακριβά την υπογραφή μας. Ας υποβάλλομε τον εαυτό μας σε μια αυτοκριτική για να επανορθώσουμε τα σφάλματά μας, πριν χάσομε ολότελα την εμπιστοσύνη αυτών που μας αγαπούν.

Το κοινό μας αγαπά ακόμη και μας έχει ανάγκη.